Απόσπασμα διηγήματος: Ιστορία με δύο καπέλα
Ο Πέτρος και η Μαργαρίτα ήταν ένα ζευγάρι καπέλων εποχής στη βιτρίνα του καινούριου καταστήματος στην πλατεία της μικρής όμορφης πόλης. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένα σιντριβάνι με ένα ελάφι στην υψηλότερη θέση, να στέκεται εκεί, με το πέρασμα των χρόνων, παρακολουθώντας τους περαστικούς, άλλοτε να βιάζονται και άλλοτε να σταματούν για να κάτσουν στο κυκλικό περβάζι, ξαποσταίνοντας για λίγο, η περιμένοντας το ραντεβού τους. Γύρω από αυτό, σε μικρή απόσταση απλώνονταν ένας αιωνόβιος δρόμος κατασκευασμένος από χοντρές γεμάτες πέτρες, που τώρα πια δεν τον πολυχρησιμοποιούσαν. Κάπου-κάπου, για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των καταστημάτων της περιοχής, ακούγονταν ήχος από πέταλα και ρόδες .
Είχε έρθει το φθινόπωρο και η κίνηση τα πρωινά ήταν πολύ μικρότερη απ΄ότι το καλοκαίρι. Όταν όμως ο ήλιος ζέσταινε την μέρα, ο κόσμος έβγαινε να κάνει τις αγορές του και η περιοχή έσφυζε από ζωή. Νεαρές κοπέλες με πολύχρωμα φουρό χαμογελούσαν κρυφοκοιτάζοντας τους νέους με τα κοστούμια εποχής. Η βόλτα στις βιτρίνες των καταστημάτων, ήταν μια μορφή ψυχαγωγίας που έπαιζε και ρόλο αφορμής πολλές φορές, για πονηρά ραντεβουδάκια. Τα χλιμιντρίσματα που ακούστηκαν εκείνο το πρωινό έκαναν τον κύριο Κώστα να καταλάβει ότι ήρθαν τα εμπορεύματα που περίμενε. Τράβηξε την μεταξένια κουρτίνα και είδε τον αμαξά της εταιρίας μεταφορών να σταματά έξω από την πόρτα του.
Σε λίγο το μαγαζί είχε γεμίσει από πολύχρωμα κουτιά με καπέλα κατασκευασμένα στον πιο φημισμένο οίκο της Γαλλίας. Ο κύριος Κώστας, κάθε φορά που παραλάμβανε καινούριο εμπόρευμα, έβγαζε από τα κουτιά τους όλα τα καπέλα, τα έβαζε επάνω στον μεγάλο ξύλινο πάγκο και τα σύγκρινε για να διαλέξει το κατάλληλο ζευγάρι της βιτρίνας.
Τότε, συναντήθηκαν για πρώτη φορά ο Πέτρος και η Μαργαρίτα.
Ο κύριος Κώστας είχε αποφασίσει χωρίς την παραμικρή αμφιβολία. Αυτά τα δυο ήταν τα πιο φίνα και ντελικάτα καπέλα της παραλαβής. Η Μαργαρίτα ένοιωσε την καρδιά της να σπάει καθώς το βλέμμα της αντίκρισε εκείνο του Πέτρου. Κατέβασε το γείσο της με ντροπή την ώρα που εκείνος ανακάλυπτε την λάμψη στα μάτια της.
Όλα τα υπόλοιπα καπέλα τοποθετήθηκαν με προσοχή επάνω στα ράφια και μέσα στα κουτιά τους. Τα δυο ξεχωριστά καπέλα, έμειναν για λίγη ώρα εκεί έξω, μα σύντομα βρέθηκαν στην βιτρίνα επάνω σε δυο όμορφες βάσεις. Εκείνη, ήταν ένα λεπτοδουλεμένο γούνινο καπελάκι με μικρό γείσο και εκείνος, ένα γκρι μάγκικο κασκέτο με μια μαύρη κορδέλα γύρω του.
Μόλις η τοποθέτηση τελείωσε, ο κύριος Κώστας βγήκε έξω από το μαγαζί και κοντοστάθηκε στην βιτρίνα για να δει αν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Σκέφτηκε ότι πρέπει να είχαν πολύ κέφι τα χέρια που τα έφτιαξαν και χαμογέλασε με ικανοποίηση. Αυτό το ένιωσαν τα δυο καπέλα που θα έλεγε κανείς, ότι έτσι όπως ήταν στημένα, έκαναν το μαγαζί ακόμη πιο όμορφο.