Απόσπασμα διηγήματος: Τριαντάφυλλος και Βιολέτα
Η άνοιξη σκέπαζε την περιοχή με το αρωματικό της πέπλο και εσύ το μόνο που χρειαζόταν να κάνεις ήταν να τραβήξεις μέσα σου τη γλυκιά μυρωδιά.
Κάθε φορά που φύσαγε ο νοτιάς, το μυαλό του μικρού παιδιού πήγαινε σ’ εκείνο το λιβάδι όπου είχε πρωτογνωρίσει τον Τριαντάφυλλο και την Βιολέτα. Για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να εξηγήσει, τα δύο πανέμορφα λουλούδια είχαν μεγαλώσει μαζί και ήταν ολομόναχα σ’ ένα τεράστιο λιβάδι, ανάμεσα σε μαργαρίτες, χαμομήλια και άλλα αγριολούλουδα. Ξεχώριζαν όμως απ’όλα τ’άλλα λες και κάποιο θεϊκό χέρι τα είχε φυτέψει εκεί για να δείχνουν τη μεγαλοπρέπειά τους. Ψηλόλιγνα και φουντωμένα όπως ήταν αποτελούσαν ένα παράξενο ζευγάρι που άξιζε να παρακολουθεί κανείς με τις ώρες εκεί έξω.
Ναι. Βρισκόταν ακριβώς στη μέση.
Από όποια γωνία και αν τα κοιτούσες θα σου τραβούσαν την προσοχή με το παράστημα και τα χρώματά τους. Δεν ήταν ανάγκη να πλησιάσεις και πολύ για να νιώσεις την παρουσία τους. Ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες μυρωδιές, μια καινούρια αναδυόταν που ήταν και τριαντάφυλλο και βιολέτα μαζί.
Το μικρό παιδί θα έπαιρνε όρκο ότι τα δύο αυτά λουλούδια είχαν κάτι περισσότερο μεταξύ τους από μια απλή συντροφιά.
Ο Τριαντάφυλλος και η Βιολέτα περνούσαν τις ώρες τους ο ένας δίπλα στον άλλο και με κάθε αεράκι σου φαινόταν ότι έκαναν μάταιες προσπάθειες για να αγγίξουν τα κλωναράκια τους.
Είχαν λοιπόν, μαζί φυτρώσει, μαζί μεγαλώσει, θρέφονταν από το ίδιο χώμα και το βλέμμα τους αντίκριζε πάντα το ίδιο τοπίο.
Τι ειρωνεία όμως.
Κάθε φορά που ο άνεμος φυσούσε χαϊδεύοντας τα κορμάκια τους, έγερναν και τα δυο προς την ίδια πλευρά δίχως να μπορούν να ενωθούν έστω και μια στιγμή.